Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελέαμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ελέαμαν Προφορά: ελέαμαν
  1. 1) ο οικτιρμός 2) ο οίκτος 3) το έλεος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια