Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εκάνεψα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εκάνεψα Προφορά: εκάνεψα
  1. κατάλαβα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος κανεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια