κοτζαμάνος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κοτζ̌αμάνος
Προφορά: κοτζαμάνος
-
γέροντας, σύζυγος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
γέρος, σύζυγος
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη