Ερμηνεία:
η συνήθεια, το έθιμο
Προέλευση:
από το αττικό έθος, με αυτήν την έννοια
< χρονισθείς δ' απέδειξεν έθος- Αισχύλου Αγαμέμνων 728>
Πτώσεις:
ονομαστική το έθος
γενική τοι έθιτη
αιτιατική το έθος
Παράδειγμα:
« άσχεμον έθος εχτέθες» ( απόκτησες άσχημη συνήθεια)
Πληθυντικός αριθμός:
τα έθητα