χεροπάν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χͮεροπάν'
Προφορά: σεροπάν
-
1) δύο μικρά πανιά τετράγωνα και ενωμένα με λουρίδα, κεντημένα δε με λουλούδια, αετούς, κρέμονταν κοντά στο χουλιαρόν και δεν χρησιμοποιούνταν
2) πάνινη πιάστρα
3) στενόμακρο ύφασμα για να κρατεί τα χέρια του μωρού στην κούνια κολλητά στον κορμό (Βλ. λ. μεσοπάν)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)