Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψωμίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψωμίν Προφορά: ψωμίν
  1. ψωμί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εμέν κι εσέν που θα χωρίζ’ν, ψωμίν να μη χορτάζ’νε.
    2) Η δουλεία έχͮ’ απέσ’ ψωμίν. (κέρδος)
    3) Εβγάλλ’ το ψωμίν ατ’. (κερδίζει τα προς το ζην)
    4) Ψωμίν ’κ’ έχͮ’ σ’ οσπίτ’ν ατ’. (είναι πολύ φτωχός)

  2. βιοπορισμός, ψωμί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ψωμός - ψωμίον

Παρατηρήσεις - Σχόλια