Παράδειγμα: Οι κοσσάρες όνταν ψυλλίσκουνταν, θα βρέχͮ’.
Ενεστώτας: ψυλλίσκουμαι Παρατατικός: εψυλλίσκουμουνε / εψυλλίσκουμ'νε Μέλλοντας: θα ψυλλίσκουμαι Αόριστος: εψιλλίστα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.