Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψόμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψόμα Προφορά: ψόμα
  1. ψέμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παράδειγμα:
    Γιατί ’κ’ είπε σαν εμάς ένα ψόμα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια