Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) για πράγματα, λεπτός, μικρός 2) για πρόσωπο, λεπτοκαμωμένος 3) για νόμισμα, μικρής αξίας 4) Ψιλόν λαλίαν. (για φωνή, οξεία, διαπεραστική) 5) Με τα ψιλά βελόνια αραεύ’ α̤τον. (με επιμέλεια, με προσοχή)
Αρσενικό: Ενικός: ψιλός Πληθυντικός: ψιλοί
Θηλυκό: Ενικός: ψιλέσα Πληθυντικός: ψιλοί
Ουδέτερο: Ενικός: ψιλόν Πληθυντικός: ψιλά
Επίρρημα: ψιλά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.