Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψηλός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ψηλός Προφορά: ψηλός
  1. ψηλός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Εσέβεν απέσ’ είνας άρθωπος ψηλός, ασήν πόρταν ’κ’ εχώρ’νεν.
    2) Και στα ψηλά ωρίαζα στα χαμελά εμέν'να. (ψηλά, μέρος που βρίσκεται ψηλά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια