ψηλόςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Εσέβεν απέσ’ είνας άρθωπος ψηλός, ασήν πόρταν ’κ’ εχώρ’νεν.
2) Και στα ψηλά ωρίαζα στα χαμελά εμέν'να. (ψηλά, μέρος που βρίσκεται ψηλά)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό:
Ενικός: ψηλός
Πληθυντικός: ψηλοί
Θηλυκό:
Ενικός: ψηλέσα
Πληθυντικός: ψηλοί
Ουδέτερο:
Ενικός: ψηλόν
Πληθυντικός: ψηλά
Επίρρημα: ψηλά
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.