Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψηλοσέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψηλοσέα Προφορά: ψηλοσέα
  1. υψηλό μέρος, ορεινό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια