Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψ̌η Προφορά: ψή
  1. ψυχή, ύπαρξη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Η ψ̌ή την ψ̌ήν ’κ’ εφτάν’.
    2) Σύρατο σην ψ̌ήν. (το υποφέρω, το ανέχομαι)
    3) Η ψ̌ή απάν’ ατ’ ’κ’ εχωρεί. (είναι ζωηρός, ανήσυχος)
    4) Ασήν ψ̌ή μ’ απέσ’. (εξ όλης ψυχής)
    5) Να̤ σην ψ̌ήν και να̤ σο κορμίν. (άχρηστο ηθικώς και υλικώς)
    6) Έρ’ται η ψ̌ή απάν’-ι-μ’. (συνέρχομαι)
    7) Την ψ̌ή μ’ να χάνω ’κ’ επορώ. (δε μπορώ να αμαρτήσω)
    8) Τον ουρανόν την ψ̌ή μ’ χρωστώ.
    9) Ακόμαν ’κ’ εδέκεν την ψ̌ήν ατ’.
    10) Η ψ̌ή ατ’ς σο γιον ατ’ς κρατεί.
    11) Να λελεύω τα ψ̌ήα σ’. (να σε χαρώ)
    12) Εβγάλλω την ψ̌ή μ’. (βασανίζομαι)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ψυχή

  2. ψυχή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια