Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψεύτικος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ψεύτικος Προφορά: ψεύτικος
  1. ψεύτικος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ψεύτικα δόντα̤, χͮέρα̤ κτλ. (τεχνητά)
    2) Ψεύτικον πωλητήριον. (πλαστό)
    3) Ψεύτικα παράδας. (κάλπικα)
    4) Ψεύτικον δουλείαν. (άνευ αξίας, ψευτοδουλειά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια