Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψεύτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψεύτες Προφορά: ψεύτες
  1. ψεύτης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Όλαν ψεύτες, ψεύτες, αμά αΐκος ψεύτες ’κι γίνεται.
    2) Ο ψεύτες κι ο κλέφτες μαγζίλ' ’κ’ έχ’νε. (γρήγορα συλλαμβάνονται)
    3) Αν ’κ’ ινανεύ’ς εμέν’ ερώτα τον αδελφό μ’ τον ψεύτεν. (όταν προτείνει κανείς αναξιόπιστο μάρτυρα)

  2. εκείνος που ψεύδεται Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια