Παρωνύμιο
Προέλευση: από το ψιλό + μάτι
Ιδίωμα: Οινόης
Αρσενικό: Ενικός: ψελομάτης / ψελομάτ'ς Πληθυντικός: ψελομάτοι / ψελομάτ'
Θηλυκό: Ενικό: ψελομάταινα Πληθυντικός: ψελομάτ'
Ουδέτερο: Ενικός: ψελομάτινον / ψελομάτ'κον Πληθυντικός: ψελομάτικον / ψελομάτ'κον
Επίρρημα: ψελομάτ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Λειτουργεί ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο (πβ. Σχόλια Πηγής)