Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψαλτική (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψαλτική Προφορά: ψαλτική
  1. 1) επάγγελμα το ψάλτη 2) τέχνη του ψάλλειν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Την ψαλτικήν από μικροθέας έμαθα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια