Προέλευση: από το αρχαίο ψαλτήριον = μουσικό όργανο
Παράδειγμα: Ασό ψυχομάχͮεμαν ατ’ εδέβασαν ατον το ψαλτήρ’.
Ενικός: ψαλτήριν / ψαλτήρ' Πληθυντικός: ψαλτήρα̤