Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψαλμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψαλμός Προφορά: ψαλμός
  1. ψαλμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Κοντός ψαλμός αλληλούια. (για πράγμα που εκτελείται αμέσως)
    2) Με τη χώρας τα κοκκία θελτς να ’φτάς ψαλμόν τον κύρη σ’. (το φαγί που παρέθεταν σε μνημόσυνα ή πανηγύρια)

Παρατηρήσεις - Σχόλια