Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψαλάφεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψαλάφεμαν Προφορά: ψαλάφεμαν
  1. ζήτηση, ζητιανιά, επαιτεία βολιδοσκόπηση και συγκατάθεση των γονέων κοριτσιού για αρραβώνα ή γάμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ψαλαφώ

  2. ζητιανιά 1) αίτηση γάμου 2) επίσκεψη των γονέων του νέου στο σπίτι των γονέων της νέας για να τη ζητήσουν σε γάμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια