ψαλάφεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ψαλάφεμαν
Προφορά: ψαλάφεμαν
-
ζήτηση, ζητιανιά, επαιτεία
βολιδοσκόπηση και συγκατάθεση των γονέων κοριτσιού για αρραβώνα ή γάμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ζητιανιά
1) αίτηση γάμου
2) επίσκεψη των γονέων του νέου στο σπίτι των γονέων της νέας για να τη ζητήσουν σε γάμο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης