Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ψαλαφίον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψαλαφίον Προφορά: ψαλαφίον
  1. ζήτηση, ζητιανιά, επαιτεία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Επέθανεν ο κύρτς ατουν και με το ψαλαφίον ζούν.
    2) Επήγαν σο ψαλαφίον ση ποπά. (βολιδοσκόπηση και συγκατάθεση των γονέων κοριτσιού για αρραβώνα ή γάμο)

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ψαλαφώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια