Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ψαλασέα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ψαλασέα
Προφορά: ψαλασέα
υψηλό μέρος, ορεινό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Αντώνυμα
χαμελεσία (η)
χαμελασέα (η)
χαμελία (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
ψηλασέα (η)
ψηλοσέα (η)
ψηλασία (η)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: η ψαλασέα
Πληθυντικός: τα ψαλασέας
Παρατηρήσεις - Σχόλια