Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ψηλασέα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ψηλασέα
Προφορά: ψηλασέα
υψηλό μέρος, ορεινό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Σα ψηλασέας βόσ̌κιξον, σα χαμελίας μένον.
ύψωμα
μέρη ορεινά - υψηλά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Αντώνυμα
χαμελεσία (η)
χαμελασέα (η)
χαμελία (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
ψαλασέα (η)
ψηλοσέα (η)
ψηλασία (η)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: η ψηλασέα
Πληθυντικός: τα ψηλασέας
Παρατηρήσεις - Σχόλια