Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χοντρός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χοντρός Προφορά: χοντρός
  1. ευτραφής, παχύς, μεγάλος χοντρός σε όγκο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Χοντρόν λαλίαν. (βαθιά και κάπως βραχνή φωνή)
    2) Χοντρόν κιφάλ'. (ανόητος, δυσμαθής)
    3) Χοντρά λόγια. (εγωιστικά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια