Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χωρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χωρίζω Προφορά: χωρίζω
  1. διαλέγω 1) διαχωρίζω κάτι 2) αποχωρίζω κάτι ή κάποιον από κάτι άλλο 3) δίνω διαζύγιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Εχωρίαν οι συντρόφ’. (διέλυσαν την εταιρία, την συνεργασία, χωρίζουν οι συνέταιροι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια