Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χώρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χώρ' Προφορά: χώρ
  1. 1) κρόκος αβγού 2) εντεριώνη της κουφοξυλιάς, χαμαιακτής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τ’ ωβόν ατ’ πα’ χώρ’ ’κ’ έχͮ’. (τσιγκούνης, μεταφορική χρήση)
    2) Άμον χωρ’. (κίτρινο σαν τον κρόκο)

  2. 1) κρόκος αβγού 2) κόρη αυγού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. 1) ο αιθέριος χυμός που ρέει στις φλέβες των θεών, αίμα, ο χυμός των φύλλων 2) το πύον, το δηλητήριο των φιδιών 3) κροκάδι αυγου 4) εντεριώνη = η καρδιά των φυτών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ιχώρ-ωρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια