Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χωνεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χωνεύω Προφορά: χωνεύω
  1. 1) Για μέταλλα, λειώνω 2) Για τροφή, πέπτω 3) Για τη φωτιά, παύει να βγάζει φλόγα και μετατρέπεται σε στάχτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εχωνεύτεν ο κόπρον. (για την κοπριά, πάλιωσε και έγινε μικρότερη σε όγκο)
    2) ’Κί θα χωνεύ’ς ατο. (δεν θα μείνεις ατιμώρητος)

    Παθητική φωνή:
    εξαφανίζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια