Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χύμα [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χύμα , 2. χύμαν Προφορά: χύμα
  1. 1) στην εκκλησιαστική γλώσσα χωρίς ψαλμωδία 2) για εμπορεύματα, αυτά που πωλούνται χύμα, όχι σε δοχεία καθορισμένης ποσότητας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εθύμωσες το εδέβασα (διάβασα) χύμαν ούλα τα γράμματα. (στην εκκλησιαστική γλώσσα χωρίς ψαλμωδία)

Παρατηρήσεις - Σχόλια