Γραφή στην Ποντιακή: 1. χύμα , 2. χύμανΠροφορά: χύμα
1) στην εκκλησιαστική γλώσσα χωρίς ψαλμωδία
2) για εμπορεύματα, αυτά που πωλούνται χύμα, όχι σε δοχεία καθορισμένης ποσότηταςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Εθύμωσες το εδέβασα (διάβασα) χύμαν ούλα τα γράμματα. (στην εκκλησιαστική γλώσσα χωρίς ψαλμωδία)