Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χτύπεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χτύπεμαν Προφορά: χτύπεμαν
  1. κρούση, δαρμός, ήχος, κρότος προσβολή επιδημικής νόσου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τη κωδωνί το χτύπεμαν. (ήχος, κρότος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια