Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χτύπεμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χτύπεμαν
Προφορά: χτύπεμαν
κρούση, δαρμός, ήχος, κρότος
προσβολή επιδημικής νόσου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Τη κωδωνί το χτύπεμαν. (ήχος, κρότος)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια