Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη γουρούσ̌
Ιδίωμα: Άνω Αμισού
Παράδειγμα: Δώκα τον μπερμπέρην ένα γρόσ̌ι και ξέβγαλλεν το δόντι.
Ενικός: γρόσ̌ι Πληθυντικός: γρόσ̌ια