Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χρυσοκλειδωμένον (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χρυσοκλειδωμένον Προφορά: χρυσοκλειδωμένον
  1. κλειδωμένο με χρυσά κλειδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση ποιητική

    Παράδειγμα:
    Άνοιξον και τ’ εξώπορτο σ’ το χρυσοκλειδωμένον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια