Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παγκάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παγκάρ' Προφορά: παγκάρ
  1. παγκάρι ντουλάπα της εκκλησίας όπου φύλαγαν λάδι, κεριά, θυμίαμα κ.λπ. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια