Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χρονία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χρονία Προφορά: χρονία
  1. χρόνος, χρονιά 1) έτος γεννήσεως, θανάτου, ιδρύσεως 2) μνημόσυνο του χρόνου, αλλιώς χρονιακόν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα :
    1) Έναν κακόν χρονία όλα̤ τα μουχτερά τ’ εψόφεσαν. (χρόνος, χρονιά)
    2) Γραμμένον έν’ η χρονία ντο εχτίεν. (έτος γεννήσεως, θανάτου, ιδρύσεως)

Παρατηρήσεις - Σχόλια