Προέλευση: από το χρίπτω + χρίμπτω = εγγίζω, προστρίβω
Παράδειγμα: Εκούντεσεν και έχριψεν ατον αφκά καικά.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.