Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χρά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χρά , 2. χρ'α Προφορά: χρά
  1. χροιά, χρώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τα ψωμία επαίραν χράν.
    2) Δίγω χρας και παίρω χράς. (αλλάζω το χρώμα το προσώπου πολλές φορές)
    3) Ξ̌ύεται η χρά τ’. (χλωμιάζει)

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

Παρατηρήσεις - Σχόλια