Παραδείγματα: 1) Σ’ ομμάτα̤ μ’ χοχόλ’ κι φαίνεται. 2) Έναν χοχόλ’ ας σ’ ομμάτα̤ μ’ ’κ’ εβγάλλ’. (εβγάλλω, από το εκβάλλω)
Ενικός αριθμός: το χοχόλ' ( από το χοχόλιν) Πληθυντικός αριθμός: τα χοχόλα̤