Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χοχόλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χοχόλ' Προφορά: χοχόλ
  1. σκουπίδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Σ’ ομμάτα̤ μ’ χοχόλ’ κι φαίνεται.
    2) Έναν χοχόλ’ ας σ’ ομμάτα̤ μ’ ’κ’ εβγάλλ’. (εβγάλλω, από το εκβάλλω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια