Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φαρσίτκα [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: φαρσίτ'κα Προφορά: φαρσίτκα
  1. 1) στην αρχαία γλώσσα, στη γλώσσα των λογίων 2) όταν κάποιος μιλάει τέλεια μια γλώσσα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το φαρσί = η περσική γλώσσα

Παρατηρήσεις - Σχόλια