Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φαρμάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φαρμάκ' Προφορά: φαρμάκ
  1. δηλητήριο κάθε τι έντονο δυσάρεστο στον οργανισμό (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Κι εσύ εκλώστες, είπες με φαρμάκια σην καρδία σ'.
    2) Φαρμάκ' γίνεται το ρακίν και φαρμακών' το ψ̌όπο μ'.
    3)Το δα̤τρικόν έτον πικρόν φαρμάκ'.
    4) Το νερόν κρύον φαρμάκ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια