Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φανερωσία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φανερωσία Προφορά: φανερωσία
  1. εμφάνιση, παρουσία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σο βράδον απάν' ο ήλεν εποίκεν τη φανερωσίαν ατ'. (Τσιτενού)

  2. εμφάνιση, φανέρωση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια