Ερμηνεία: μικρό δασικό δέντρο του οποίου τα φύλλα έτρωγαν με απληστία τ' αγελάδια
Παράδειγμα: Ας εξέρετεν κόρασ̌α τ' αγάπης το βοτάνι, ανίτσιν κι ανιτσόφυλλον κι άλλ' έναν χορταρόπον.
Ενικός: το ανίτσιν / ανίτσ' Πληθυντικός: τα ανίτσα̤