1) ξύλινος σύρτης της πόρτας
2) ξύλα επάνω στα οποία τραβούν τις βάρκες ή τα πλοία και τα βάλλουν στη θάλασσαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό φάλαγξ = κυλινδρικό ξύλο για μετακίνηση βαρών και πλοίων
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παράδειγμα:
Στόχͮεψον η φάλαγγα να εμπαίν' καλά σο τρυπίν εθε.