Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα διερμηνεύω
Παράδειγμα: Χͮίλ’ νομάτ’ δα̤ρμενεύ’νε με κι εγώ ωτίν ’κι κρούω.
Ενεστώτας: δα̤ρμενεύω Παρατατικός: εδα̤ρμένευα Μέλλοντας: θα δα̤ρμενεύω Αόριστος: εδα̤ρμένεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.