Ερμηνεία: νήμα που τύλιγαν γύρω στο μανόκ (σαΐτα), για να υφαίνουν
Παράδειγμα: Τ’ υφάδι μ’ 'κι θα κανείται με.
Ενικός: υφάδιν / υφάδ' Πληθυντικός: υφάδα̤