Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

υλιστέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: υλιστέρ' Προφορά: υλιστέρ
  1. μούσκεμα το στραγγιστήρι από τρίχες ουράς της αγελάδας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Αραιά έπλεξες τ’ υλιστέρ'.
    2) Εβράχͮεν καί έρθεν υλιστέρ'.

  2. στραγγιστήρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια