υλιστερόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: υλιστερόν
Προφορά: υλιστερόν
-
1) το στραγγιστήρι από τρίχες ουράς της αγελάδας
2) σανίδα ροκανισμένη πλάτους 10-12 πόντους με τρύπα στη μέση. Επάνω στην τρύπα τοποθετούσαν το υλιστέρ’ και έχυναν το γάλα να στραγγισθεί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
στραγγιστήρι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης