Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

υλιστερόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: υλιστερόν Προφορά: υλιστερόν
  1. 1) το στραγγιστήρι από τρίχες ουράς της αγελάδας 2) σανίδα ροκανισμένη πλάτους 10-12 πόντους με τρύπα στη μέση. Επάνω στην τρύπα τοποθετούσαν το υλιστέρ’ και έχυναν το γάλα να στραγγισθεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας, Σταυρί

  2. στραγγιστήρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια