Προέλευση: από το ρήμα υλακτώ
Παραδείγματα: 1) Ο σ̌κύλον οντάν 'κ' ελέπ' 'κ' υλάζ'. 2) Υλάζω τον φέγγον. (ομιλώ ανώφελα)
Επιπλέον Ερμηνεία:
Ενεστώτας: υλάζω Παρατατικός: ύλαζα Μέλλοντας: θα υλάζω Αόριστος: ύλαξα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.