Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

υλάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: υλάζω Προφορά: υλάζω
  1. γαβγίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα υλακτώ

    Παραδείγματα:
    1) Ο σ̌κύλον οντάν 'κ' ελέπ' 'κ' υλάζ'.
    2) Υλάζω τον φέγγον. (ομιλώ ανώφελα)

  2. γαυγίζω μιλώ ασταμάτητα, χωρίς να μου δίνουν σημασία (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:

Παρατηρήσεις - Σχόλια