Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φτάνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φτάνω Προφορά: φτάνω
  1. καταφθάνω, αφικνούμαι, επαρκώ, ωριμάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    προέρχεται από το αρχαίο ρήμα φθάνω

    Παράδειγμα:
    Να μ’ είχα φτάσ’ν και να μ’ είχα σώξ’ν. (κατάρα, είθε να μη είχα προφθάσει)

Παρατηρήσεις - Σχόλια