Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φρονιμεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φρονιμεύω Προφορά: φρονιμεύω
  1. γίνομαι φρόνιμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το χάταλον όσον ντο πάει φρονιμεύ’.

    Ομμόριζα - Παράγωγα:
    φρονιμωτός, -έσα, -όν (ολίγο φρόνιμος)
    φρόνιμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια