Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φροκαλέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φροκαλέα Προφορά: φροκαλέα
  1. ένα τράβηγμα της σκούπας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Καμίαν εντώκες με έναν φροκαλέαν;

  2. χτύπημα με σκούπα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια