Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δάπλωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δά̤πλωμαν Προφορά: δεάπλωμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    με άδεια κοιλιά, όχι φουσκωμένη

    Παράδειγμα:
    Απόψ τα ζα έρθαν δά̤πλωμαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια