Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φραντάλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φραντάλα Προφορά: φραντάλα
  1. 1) κορίτσι ή γυναίκα όμορφη και συγυρισμένη 2) όνομα αγελάδας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Πώς εγροίξαν κ’ εποίκανε άμον εσέν’ φραντάλαν.

  2. 1) η πανέμορφη γυναίκα 2) αυτή που προκαλεί μεγάλη χαρά, μεγάλη ευχαρίστηση όταν την βλέπεις Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια